ἑπτάμυχος

ἑπτά-μῠχος, ον,
A with seven recesses,

σπέος Call.Del.65

: title of work by Pherecyd.Syr.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάμυχος — ἑπτάμυχος, ον (Α) (για σπήλαιο) με επτά μυχούς …   Dictionary of Greek

  • ἑπτάμυχος — with seven recesses masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπτάμυχον — ἑπτάμυχος with seven recesses masc/fem acc sg ἑπτάμυχος with seven recesses neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταμύχου — ἑπτάμυχος with seven recesses masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ферекид — ( Φερεκύδης , Pherecydes) один из первых представителей греческой (новоионийской) прозы, родом с о ва Сироса; жил в первой половине VI в. и был современником семи мудрецов и древнейших ионийских философов, а также учителем Пифагора. Современники… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • μυχό — ο (ΑΜ μυχός) (κυρίως για κόλπο ή για λιμάνι) το βάθος, το εσώτατο μέρος, το βαθύτερο μέρος (α. «ο μυχός τού κόλπου» β. «μυχῷ δόμου ὑψηλοῑο», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. το εσώτατο μέρος τού σπιτιού, όπου έμεναν οι γυναίκες, ο γυναικωνίτης 2. κόλπος που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.